Ο Πύργος
Μεσσηνία, 1660.
Ο Στέργιος ανέβαινε γρήγορα το ύψωμα. Οι πληγιασμένοι του αστράγαλοι τον πονούσαν, αλλά συνέχιζε, ώσπου φάνηκε η κορυφή του πύργου.
Σταμάτησε για λίγο να τον θαυμάσει, πήγαιναν πάνω από δέκα χρόνια από την τελευταία φορά που τον είδε. Έκανε λίγο αριστερά βγαίνοντας από το μονοπάτι και σάρωσε με το βλέμμα του τα λιγοστά δέντρα. Η ελιά που θυμόταν έστεκε εκεί.
Περπάτησε μέχρι τον κορμό της και μέτρησε έξι βήματα. Ένα, δύο…πέντε, έξι. Στο έκτο βήμα, μια μια μεγάλη χορταριασμένη πέτρα Τη σήκωσε με κόπο, ενώ η καρδιά του χτυπούσε δυνατά.
Ένα μικρό πάνινο πουγκί, φθαρμένο αλλά γερό, περίμενε στο χώμα. Ο Στέργιος το άνοιξε προσεκτικά και έπειτα το αναποδογύρισε.. Το βαρύ σιδερένιο κλειδί έπεσε στη σκονισμένη παλάμη του, γυαλίζοντας στο φως που χανόταν πίσω από τους λόφους. Χαμογέλασε και στήλωσε τα μάτια του στο στενό παράθυρο του πύργου. Θα περίμενε μέχρι το ηλιοβασίλεμα.
Δεν πήρε πολλή ώρα. Το κόκκινο χρώμα τύλιξε τον πύργο και μετά τον βύθισε στο σκοτάδι. Πλησίασε προσεκτικά, σχεδόν σκυμμένος ανάμεσα στα βάτα, αλλά δεν σταμάτησε. Συνέχισε να έρπει στο χώμα μέχρι που έφτασε σε ένα ανάχωμα, περίπου πενήντα μέτρα από την πίσω πλευρά του πέτρινου κτίσματος. Παραμέρισε τα χόρτα και τους αγκαθωτούς θάμνους με τα χέρια, μέχρι που μάτωσε. Ένα μικρό ξύλινο πορτάκι φάνηκε, ένα άνοιγμα το πολύ ενός μέτρου που τον χωρούσε μόνο μπρούμυτα. Η κλειδαριά έμοιαζε σκουριασμένη, αλλά τελικά υποχώρησε. Ο Στέργιος άρχισε να έρπει ξανά μέσα στη γη, στο μικρό στενό τούνελ που τον οδηγούσε κατευθείαν εκεί που ήθελε: στο εσωτερικό του πύργου.
Οι σανίδες της μικρής αποθήκης έτριξαν καθώς τις παραμέριζε προσεκτικά. Ήταν θεοσκότεινα εκεί μέσα, αλλά εκείνος ήξερε καλά τα κατατόπια. Λίγη τύχη ήθελε μόνο. Το ένιωθε, δεν θα είχε άλλη ευκαιρία. Είχε περάσει δέκα χρόνια σε εκείνο το μπουντρούμι, άδικα. Μια τέτοια νύχτα τον είχαν αρπάξει και τότε, ούτε μήνα δεν είχε παντρεμένος. Του τα έκλεψαν όλα. Τον πύργο του, τη γυναίκα του. Τη ζωή του. Ήταν ώρα να πάρει πίσω όσα του ανήκαν.
Έφτασε σχετικά εύκολα στη μεγάλη αρχοντική κάμαρα και στάθηκε έξω από την κλειστή πόρτα.
Τώρα Στέργιε.
Χωρίς να το σκεφτεί δεύτερη φορά, γύρισε το πόμολο.
Πρώτα είδε εκείνη. Ντυμένη με ένα βελούδινο κεντητό φόρεμα, στεκόταν μπροστά στο ξύλινο κρεβάτι. Ξαφνιασμένη από τα βήματα γύρισε προς το μέρος του, τα μάτια τους συναντήθηκαν. Για μια στιγμή μονάχα. Άνοιξε το στόμα να φωνάξει, αλλά μετά σείστηκε για λίγο. Κάτι σαν αμφιβολία την έκανε να σωπάσει.
«Ανδριανή. Εγώ είμαι».
Στο άκουσμα της φωνής του, έφερε την παλάμη της στο στόμα. Τα μάτια της τον κοιτούσαν αγριεμένα, σαν να μην πίστευαν αυτό που έβλεπαν.
«Ποιος είσαι; Δεν μπορεί να είσαι…»
«Εγώ είμαι», της είπε ξανά. «Ο Στέργιος».
«Όχι, αποκλείεται. Του μοιάζεις, αλλά δεν είσαι εκείνος». Η φωνή της γυναίκας έβγαινε ξεψυχισμένη, σχεδόν ψιθυριστή. Ποιος ήταν αυτός ο κουρελιασμένος άντρας και πώς μπήκε; Η φωνή του, τα μάτια του…Δεν γινόταν, όχι. Βήματα ακούστηκαν και τα μάτια της καρφώθηκαν πίσω από τον ώμο του, ανοίγοντας διάπλατα.
Ο Στέργιος γύρισε απότομα και τον είδε. Απέναντί του στεκόταν ο άλλος του εαυτός. Ντυμένος με ακριβά ρούχα, μοσχομύριζε άρωμα, ενώ εκείνος έζεχνε ακόμα από τη βρώμα των φυλακών. Κατά τα άλλα, ήταν ίδιοι. Ίδιο πρόσωπο, ίδια φωνή, ίδια κορμοστασιά. Φυσικά και ήταν.
«Στέργιε». Ο άντρας το είπε σχεδόν μέσα από τα δόντια του, ενώ το δεξί του χέρι έβγαζε ήδη μια μακριά λεπίδα από τη ζώνη του.
«Μιχαήλ. Αδερφέ μου».
Κανείς δεν άκουσε τον γδούπο που έκανε το σώμα πέφτοντας από το ψηλό παράθυρο του πύργου. Την αυγή τον βρήκαν οι φρουροί: ένας πεθαμένος κουρελής ήταν, τίποτα σημαντικό. Το πρόσωπό του μαυρισμένο, τα δόντια του βγαλμένα. Κανείς δεν πρόσεξε τα καθαρά, γυαλισμένα νύχια του και το άρωμα μόσχου μέσα από τα σκισμένα ρούχα. Τον τύλιξαν άρον άρον σε ένα ύφασμα και τον φόρτωσαν σε ένα κάρο. Θα τον έθαβαν μακριά από εκεί.
Ξημέρωνε καινούργια μέρα.

2 σχόλια
ΣΟΦΙΑ ΣΑΒΒΟΥΛΙΔΟΥ
Μπράβο, Νόνικα!
Μου άρεσε πολύ το κείμενό σου, σύντομο και τόσο πλούσιο σε εικόνες και πλοκή. Συγχαρητήρια!
Είναι σπουδαίο που ακολούθησες την κλίση σου και προχωράς σε αυτά τα βήματα. Σου εύχομαι καλά γραψίματα και πολλές επιτυχίες!
Καλό υπόλοιπο καλοκαιριού!
P.S. Δεν ξέρω αν με θυμάσαι, είχαμε συνεργαστεί προ αμνημονεύτων στην Eurogreek. Εγώ έκτακτη για το συγκεκριμένο project κι εσύ, νομίζω, σχετικά νέα τότε εκεί.
nonika
Σοφία καλημέρα! Εννοείται πως σε θυμάμαι, τι ερώτηση είναι αυτή; Φυσικά και θυμάμαι, είχες έρθει για πολύ λίγο κι εγώ μόλις ειχα πρωτοπάει. Έχεις γραφτεί και στο newsletter μου, σε ευχαριστώ πάρα πολύ και χαίρομαι ακόμη περισσότερο που σου άρεσε η ιστορία μου…<3
Εύχομαι και σε εσένα καλό υπόλοιπο και σε ευχαριστώ ξανά για τις ευχές σου! Επίσης να μου στέλνεις ό,τι θες και στο email, τα βλέπω όλα. Πολλά φιλιά!