Κέικ
Σε κοιτάζω που ανακατεύεις τη ζύμη του κέικ με το κουτάλι. Είσαι καθισμένος πάνω στον πάγκο και η φόρμα σου έχει γεμίσει αλεύρι. Τα ρούχα μας μυρίζουν βανίλια και η δική σου ανάσα μυρίζει μπισκότα. Είμαι βιαστική, όπως πάντα. Θέλω να καθαρίσω, να πλύνω τα σκεύη, να βάλω το κέικ να ψηθεί. Σκέφτομαι ότι θα πρέπει να πλύνω ξανά τη φόρμα σου. Τα χέρια μου είναι νευρικά, φοβάμαι μην πέσει κάτω το μπωλ που κρατάς. Θέλω να σου πω να προσέχεις.
Αλλά σήμερα σταματώ και σε κοιτάζω για λίγο. Με τα λερωμένα από τη ζύμη δάχτυλά μου, ανοίγω μια σχισμή στον χρόνο και περνώ μέσα. Μπορώ να το κάνω, γιατί όχι; Για λίγο μόνο, τον σταματώ.
Σήμερα δεν θα σου πω να κατέβεις από τον πάγκο. Δεν θα σου πω ότι η φόρμα σου λερώθηκε και ότι φτάνει, μην ρίχνεις άλλη σοκολάτα. Μην βιάζεσαι, σιγά σιγά το κουτάλι.
Σήμερα θα το πω σε εμένα. «Μην βιάζεσαι». Σε κοιτάζω και σκέφτομαι ότι είναι μια συνηθισμένη Τετάρτη και εμείς είμαστε στην κουζίνα, οι δυο μας. Θέλεις ακόμα να είσαι μαζί μου, να φτιάχνουμε μαζί κέικ. Μπορείς ακόμα να κάθεσαι πάνω στον πάγκο και τα πόδια σου δεν φτάνουν να πατήσουν κάτω. Τα μικρά σου χέρια κρατάνε το κουτάλι με σιγουριά.
Είσαι απόλυτα συγκεντρωμένος στο ανακάτεμα της ζύμης. Για σένα όλα είναι ακόμα καινούργια, λαμπερά. Κι ας το έχουμε κάνει τόσες πολλές φορές αυτό μαζί. Κάθε φορά χαίρεσαι το ίδιο. Το βλέμμα σου είναι ακόμα παιδικό. Ζει την κάθε μέρα σαν να είναι η πρώτη. «Θα φτιάξουμε κέικ;;;». Ναι, θα φτιάξουμε.
«Είμαι πολύ καλός», λες καθώς ανακατεύεις. Είσαι.
Σήμερα σταματώ για λίγο και σε κοιτάζω.
Δεν σπρώχνω τον χρόνο, γιατί τον βλέπω να ξεγλιστρά. Θέλω να σε κρατήσω λίγο ακόμα, κι ας είσαι εδώ. Δανείζομαι κι εγώ το δικό σου βλέμμα, το παίρνω και το φορώ. Όλα είναι καινούργια. Δεν είναι μια συνηθισμένη Τετάρτη. Είναι μια ευτυχισμένη μέρα γιατί η κουζίνα μυρίζει μπανάνες και σοκολάτα και εσύ μαγειρεύεις με τη μαμά σου.
Η σχισμή που έχω ανοίξει στον χρόνο κλείνει ξανά. Κατεβαίνεις από τον πάγκο και σκουπίζεσαι στα γρήγορα. Δεν ξέρω πού πάνε αυτές οι σχισμές του χρόνου, ίσως και να τις ξεχάσεις. Αλλά ίσως, κάποτε, να μπορείς να τις ανοίγεις κι εσύ. Όταν όλα γύρω δεν θα είναι πια καινούργια και το βλέμμα σου θαμπώσει. Ίσως το θυμηθείς και να θελήσεις να φτιάξεις κάτι που θα τα κάνει πάλι όλα λαμπερά. Κάτι δικό σου, κάτι δικό μας.
Σήμερα δεν βιάστηκα.

